Category: ΥΓΕΙΑ

  • Η επίδραση του στρες στη ζωή των εργαζόμενων γυναικών

    Η επίδραση του στρες στη ζωή των εργαζόμενων γυναικών

    Το στρες της δουλειάς μεταφέρεται στο σπίτι -και το αντίστροφο- με αποτέλεσμα να δημιουργείται συνεχώς ένας φαύλος κύκλος που επιβαρύνει τη σωματική και ψυχική υγεία των γυναικών.

    Τις τελευταίες δεκαετίες η κοινωνία εξελίσσεται με ραγδαίους ρυθμούς. Οι συνεχείς αλλαγές, τόσο σε κοινωνικό όσο και σε οικονομικό επίπεδο, έχουν επηρεάσει την καθημερινότητα των ανθρώπων και ιδιαίτερα των γυναικών, οι οποίες αποτελούν πλέον το θεμέλιο λίθο της εργασιακής αλυσίδας. Ο σύγχρονος τρόπος ζωής, σε συνδυασμό με τις αυξημένες επαγγελματικές υποχρεώσεις που έχουν οι γυναίκες, αποτελεί βασικό παράγοντα έκθεσής τους στο χρόνιο και επιβλαβές στρες. Κατά τη διάρκεια της ημέρας μία γυναίκα, πέρα από την πίεση στον επαγγελματικό χώρο, έχει να αντιμετωπίσει συνήθως και πάρα πολλά άλλα καθήκοντα, όπως είναι η φροντίδα των παιδιών και του σπιτιού και ό,τι άλλο συνεπάγεται με αυτά. Από την άλλη πλευρά, έρευνες έχουν δείξει ότι οι πολλαπλοί ρόλοι των γυναικών ως σύζυγοι, μητέρες και εργαζόμενες ωφελούν σε ένα γενικό πλαίσιο την υγεία τους, παρέχοντάς τους ευρεία κοινωνική δικτύωση, αυτοεκτίμηση και οικονομική ασφάλεια, με την προϋπόθεση όμως ότι το εργασιακό περιβάλλον τους τις στηρίζει και τους δημιουργεί ένα κλίμα ασφάλειας.
    Όμως, αυτή η χρόνια έκθεση στο στρες μπορεί να επιφέρει πληθώρα προβλημάτων στον ανθρώπινο οργανισμό και να έχει αρνητικές συνέπειες στην υγεία των εργαζομένων, επηρεάζοντας σε μεγάλο βαθμό τη ζωή τους. Διάφορες διαταραχές ύπνου, σε συνδυασμό με τη συνεχή κόπωση και τα σκαμπανεβάσματα στη διάθεση, αποτελούν πλέον καθημερινότητα για τις γυναίκες που εργάζονται. Αντίστοιχα, το καρδιαγγειακό και πεπτικό σύστημα είναι από τα πρώτα που μπορεί να αντιμετωπίσουν δυσλειτουργίες. Ένα ακόμα πολύ σημαντικό ζήτημα που σχετίζεται με το έντονο καθημερινό στρες είναι οι μεταβολές που συμβαίνουν στο βάρος των γυναικών που εργάζονται.

    Το εργασιακό στρες έχει συσχετιστεί με διάφορες συμπεριφορές ανθυγιεινού τρόπου ζωής, όπως είναι οι κακές διατροφικές συνήθειες, το χαμηλό επίπεδο σωματικής δραστηριότητας και η κακή ποιότητα ύπνου. Αυτό το γεγονός οδηγεί στην ανάγκη να διερευνηθεί το κατά πόσο το αυξημένο στρες στον εργασιακό χώρο συσχετίζεται με μεταβολές στο βάρος, άρα και στον Δείκτη Μάζας Σώματος (BMI) των εργαζόμενων γυναικών. Μέσα από μελέτες που έχουν γίνει έχει φανεί ότι το εργασιακό στρες συνδέεται με το υπερβολικό βάρος, ανεξάρτητα του επιπέδου φυσικής δραστηριότητας των εργαζομένων. Οι κοινωνικοί στρεσογόνοι παράγοντες στην εργασία, όπως είναι οι συγκρούσεις και οι εχθρότητες αλλά και η μείωση του εργασιακού ελέγχου, προκαλούν στις γυναίκες αυξημένο άγχος, το οποίο με την πάροδο του χρόνου οδηγεί σε αλλαγή του σωματικού βάρους και αύξηση του Δείκτη Μάζας Σώματος τους. Ταυτόχρονα όμως, οι γυναίκες των οποίων η θέση σχετίζεται με την αρχή λήψης αποφάσεων συνδέονται με χαμηλότερο κίνδυνο παχυσαρκίας. Ακόμα, φαίνεται ότι ανάμεσα στις γυναίκες που δουλεύουν σε βάρδιες αυτές που εκτίθενται περισσότερο στο εργασιακό στρες και δουλεύουν νυχτερινές ώρες συσχετίζονται με το αυξημένο βάρος και την παχυσαρκία. Επιπλέον, συγκριτικά με τους άντρες εργαζόμενους, οι γυναίκες, και κυρίως οι παχύσαρκες, έχουν συνδεθεί με υψηλότερο κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη τύπου II.

    Όλα αυτά τα δεδομένα οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ένα πιο φιλικό εργασιακό περιβάλλον προς τις γυναίκες, που θα στοχεύει στην ψυχική τους ευημερία, θα αποτελεί βασικό παράγοντα για τη ρύθμιση του σωματικού τους βάρους και κατά συνέπεια και τη βελτίωση του τρόπου ζωής τους. Αντίστοιχα, είναι ιδιαίτερα σημαντικό και οι ίδιες οι εργαζόμενες γυναίκες να αρχίσουν να αναγνωρίζουν τις πηγές που τους προκαλούν στρες, ώστε να μπορέσουν σταδιακά να το διαχειριστούν. Πολύ χρήσιμο είναι και το να αρχίσουν να βάζουν προτεραιότητες στις καθημερινές τους υποχρεώσεις, αξιολογώντας καλύτερα τη σημασία τους. Επίσης, υπάρχουν διάφορες τεχνικές διαχείρισης του στρες, όπως είναι οι διαφραγματικές αναπνοές που λειτουργούν κατευναστικά σε στρεσογόνες στιγμές. Όταν όμως δεν μπορεί να βελτιωθεί αυτή η κατάσταση, είναι ιδιαίτερα σημαντικό για μία εργαζόμενη γυναίκα να ζητήσει βοήθεια από έναν ειδικό ψυχικής υγείας, ώστε να μπορέσει να βάλει όρια σε όλα αυτά που τη φέρνουν αντιμέτωπη με το χρόνιο στρες και να το διαχειριστεί. Γιατί, όταν υπάρχει ευημερία στην ψυχή, όλα λειτουργούν καλύτερα!

  • Η αϋπνία προτιμά τις γυναίκες

    Η αϋπνία προτιμά τις γυναίκες

    Υπολογίζεται ότι ένας στους τρεις ανθρώπους κοιμάται λιγότερες ώρες από όσο πρέπει. Επειδή ο ύπνος δεν είναι πολυτέλεια, αλλά κάτι που όλοι έχουμε ανάγκη για να εξασφαλίσουμε μια καλή υγεία, εξετάζουμε με τη βοήθεια του Παθολόγου κ. Αναστασίου Σπαντιδέα τι μπορούμε να κάνουμε για να βελτιώσουμε την ποιότητα και την ποσότητα του ύπνου μας.

    To 2014 το Κέντρο Ελέγχου και Πρόληψης Λοιμώξεων των ΗΠΑ, το γνωστό ως CDC, ανακήρυξε τις διαταραχές ύπνου επιδημία που απειλεί τη δημόσια υγεία.
    «Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, ως αϋπνία ορίζεται κάθε διαταραχή του ύπνου που περιλαμβάνει τόσο τη δυσκολία έναρξης ή διατήρησης του ύπνου (που περιλαμβάνει και την πρώιμη πρωινή αφύπνιση), όσο και την κακή ποιότητα και ποσότητα (διάρκεια) αυτού, που οδηγεί σε έλλειψη αναζωογονητικού ύπνου και που συνοδεύεται από ημερήσια συμπτώματα, όπως το αίσθημα κόπωσης, η κακή διάθεση, ο εκνευρισμός και η δυσκολία στην προσοχή, στη συγκέντρωση και στη μνήμη», σημειώνει μιλώντας στο Women in Business & Science (WIBS) o Παθολόγος, Διδάκτωρ της Ιατρικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Αναστάσιος Σπαντιδέας. Η αϋπνία, συμπληρώνει ο ίδιος, μπορεί να πάρει μια από τις κατωτέρω μορφές:
    • Δυσκολία έναρξης του ύπνου
    • Ενδιάμεση αφύπνιση ή αφυπνίσεις με αδυναμία να ξανακοιμηθούμε
    • Πρώιμη αφύπνιση με αδυναμία να ξανακοιμηθούμε
    • Μη αναζωογονητικός νυκτερινός ύπνος.

    Γιατί η αυπνία προτιμά τις γυναίκες;
    Είναι γεγονός ότι η αϋπνία προσβάλλει με διπλάσια συχνότητα τις γυναίκες απ’ ό,τι τους άνδρες και αυτό οφείλεται σε τρεις κυρίως λόγους:
    • Στις γυναικείες ορμόνες. Πριν την έναρξη της εμμηνορρυσίας δεν υπάρχουν διαφορές στον ύπνο μεταξύ αγοριών και κοριτσιών. Στην πορεία των ετών, όμως, η εμμηνορρυσία, οι εγκυμοσύνες και η εμμηνόπαυση αποτελούν βασικές αιτίες αϋπνίας στις γυναίκες.
    • Ο ψυχισμός των γυναικών τις κάνει να εμφανίζουν συχνότερα αγχώδεις διαταραχές και κατάθλιψη.
    • Τα πολλαπλά καθήκοντα και οι έννοιες που επωμίζονται οι γυναίκες σήμερα, όπως η δουλειά, η φροντίδα των παιδιών, η φροντίδα του συζύγου και των υπερηλίκων γονιών, τις φορτίζουν ψυχολογικά και τις κάνουν πιο ευάλωτες στην αϋπνία”, εξηγεί ο κ. Σπαντιδέας, ο οποίος δίνει πολύτιμες συμβουλές για να μπορέσουμε να βελτιώσουμε τη διάρκεια και την ποιότητα του ύπνου μας:
    • Καθιερώστε ένα σταθερό ωράριο ύπνου, μιας και ο κιρκάδιος ρυθμός ύπνου ακολουθεί συγκεκριμένο ωράριο και συμβαδίζει με τη δύση και την ανατολή του ήλιου.
    • Διατροφή. Αποφεύγετε τα βαριά και δυσκολοχώνευτα δείπνα και την κατανάλωση ψυχοδιεγερτικών ποτών, όπως ο καφές, το τσάι, το κακάο και τα ποτά τύπου κόλα.
    • Αποφεύγετε τους μικρούς ύπνους κατά τη διάρκεια της ημέρας.
    • Εξασφαλίστε κατάλληλες συνθήκες στο υπνοδωμάτιο, με άνετο κρεβάτι και χωρίς θορύβους, φώτα, τηλεόραση.
    • Άσκηση. Η άσκηση το απόγευμα ή νωρίς το βράδυ συνοδευόμενη από ένα ζεστό μπάνιο βοηθά στη χαλάρωση και στον καλύτερο ύπνο.
    • Φροντίστε να έχετε ρυθμίσει παθήσεις που δυσκολεύουν τον ύπνο, όπως η καρδιακή ανεπάρκεια, το άσθμα και ο υπερθυρεοειδισμός.
    • Εφαρμόστε τεχνικές χαλάρωσης, όπως η γιόγκα.

    Συμπληρώματα διατροφής που διευκολύνουν τον ύπνο
    Συμπληρώματα διατροφής που μπορεί να βοηθήσουν στην αντιμετώπιση της αϋπνίας είναι, σύμφωνα με τον ειδικό, αυτά που περιέχουν:
    • Μελατονίνη: Είναι μια φυσική ορμόνη του οργανισμού μας που παίζει σημαντικό ρόλο στη επέλευση του ύπνου.
    • Βαλεριάνα: Πρόκειται για μια φυτικής προέλευσης ουσία με σημαντική ηρεμιστική και καταπραϋντική δράση.
    • Λυκίσκος: Ένα φυτό με χαλαρωτικές ιδιότητες που βοηθά στην ταχύτερη έλευση του ύπνου.
    • Τρυπτοφάνη: Η τρυπτοφάνη μετατρέπεται στον οργανισμό σε σεροτονίνη, μια ουσία που μας κάνει να αισθανόμαστε χαλαροί και χαρούμενοι.
    • Μαγνήσιο: Βοηθά στη διατήρηση της φυσιολογικής μυϊκής και νευρικής λειτουργίας, χαλαρώνοντας τον οργανισμό και ευοδώνοντας τον καλό ύπνο.
    • L-θειανίνη: Συμβάλλει στη συναισθηματική σταθερότητα και στη χαλάρωση του οργανισμού.

    #Mythbusting
    Το αλκοόλ ΔΕΝ βοηθά στον ύπνο

    Η κατανάλωση μικρής ποσότητας αλκοόλ σε πολλά άτομα προκαλεί χαλάρωση και δημιουργεί καλύτερες προϋποθέσεις για έναν καλό ύπνο, όμως η κατανάλωση μεγαλύτερων ποσοτήτων, ιδιαίτερα το βράδυ, επηρεάζει αρνητικά τον ύπνο, προκαλώντας διέγερση και προδιαθέτοντας κυρίως σε κακής ποιότητας ύπνο. Αναλυτικότερα, όπως εξηγεί ο κ. Σπαντιδέας, το αλκοόλ:
    • Επηρεάζει τον κιρκάδιο ρυθμό μιας και αναστέλλει την παραγωγή μελατονίνης, της ορμόνης που παίζει τον καθοριστικότερο ρόλο στο φυσιολογικό ύπνο.
    • Διαταράσσει τα στάδια του ύπνου, μικραίνοντας το στάδιο REM που είναι το πιο αποκαταστατικό στάδιο του ύπνου.

    • Προκαλεί συχνοουρία, με αποτέλεσμα το άτομο να ξυπνά πολλές φορές διαταράσσοντας τον ύπνο του.

    • Προκαλεί διαταραχές της αναπνοής και δύσπνοια, ιδιαίτερα σε άτομα με αναπνευστικά προβλήματα μιας και καταστέλλει το αναπνευστικό κέντρο.

  • Τι έχουν ανάγκη οι γυναίκες στις πιο «δύσκολες» μέρες

    Τι έχουν ανάγκη οι γυναίκες στις πιο «δύσκολες» μέρες

    Οι ανάγκες της σύγχρονης εργαζόμενης γυναίκας, όσο μεγαλώνει και περνά από τις Συμπληγάδες της περιεμμηνόπαυσης και της εμμηνόπαυσης, αλλάζουν. Οι δε προκλήσεις είναι τεράστιες, αφού οι γυναίκες αυτής της ηλικίας καλούνται αφενός να διαχειριστούν τα συμπτώματα που σηματοδοτεί η ανατολή μιας νέας περιόδου στη ζωή τους, αφετέρου να αποδείξουν ότι μπορούν (και σε αυτή τη φάση) να τα καταφέρουν.

    Ακροβατώντας ανάμεσα στους πολλαπλούς ρόλους της, η σύγχρονη εργαζόμενη γυναίκα έρχεται πολύ συχνά αντιμέτωπη με την επαγγελματική εξουθένωση (burnout). Γενικά, τα τελευταία χρόνια το burnout αυξάνεται με ταχύτατους ρυθμούς μεταξύ των γυναικών.

    Στην πανδημία
    Μέσα στην πανδημία οι γυναίκες πιέστηκαν πολύ περισσότερο και βίωσαν σε συντριπτικό ποσοστό στρες και εξουθένωση. Τόσο που μία στις τρεις εργαζόμενες γυναίκες, σύμφωνα με στοιχεία της έκθεσης “Women in the Workplace 2021” της McKinsey & Company, σκέφθηκαν να εγκαταλείψουν προσωρινά ή για πάντα την καριέρα τους ή να κάνουν μια στροφή προς μια λιγότερο απαιτητική εργασία. Είναι χαρακτηριστικό ότι το ποσοστό των γυναικών που βίωσαν burnout τη συγκεκριμένη περίοδο εκτινάχθηκε, σύμφωνα με την ίδια έρευνα, από το 32% στο 42%.
    “Είναι η πρώτη φορά που σκέφθηκα σοβαρά να αλλάξω δουλειά, επιδιώκοντας μια λιγότερο απαιτητική θέση. Ένιωθα πολύ συχνά εξαντλημένη. Έκλαιγα περισσότερο. Ήταν η χειρότερη χρονιά στον εργασιακό μου βίο”, εξομολογείται μια από τις γυναίκες που έλαβαν μέρος στην έρευνα της McKinsey.

    Οι ανάγκες
    Σύμφωνα με την κυρία Χαρούλα Μπιλάλη, CEO της Ferticeutics, που δραστηριοποιείται στο χώρο της γυναικολογικής υγείας και προληπτικής γονιδιωματικής, “για αρκετές γυναίκες η περιεμμηνόπαυση και ακόμα περισσότερο η εμμηνόπαυση αποτελούν μία πραγματική πρόκληση, καθώς αρκετές φορές συνοδεύονται από πληθώρα συμπτωμάτων που μπορεί να μετατρέψουν την καθημερινότητα της γυναίκας σε πραγματικό εφιάλτη.

    Κύρια συμπτώματα της εμμηνόπαυσης αποτελούν οι εξάψεις, οι νυχτερινές εφιδρώσεις, οι διαταραχές στον ύπνο, οι συχνές εναλλαγές στη διάθεση, η κολπική ξηρότητα και η φαγούρα, ο πόνος κατά τη διάρκεια της ερωτικής πράξης, η μειωμένη διάθεση για σεξ, η θολούρα του μυαλού κ.ά.”.
    Η ίδια επισημαίνει πως “το να αποδείξει μια γυναίκα σε αυτή τη φάση της ζωής της πως είναι το ίδιο παραγωγική και πως μπορεί να ανταπεξέλθει σε όλους τους ρόλους της –με σημαντικό κεφάλαιο να αποτελεί η εργασία της- είναι το μεγαλύτερο στοίχημα, διότι εκεί το θέμα παίρνει άλλες διαστάσεις”.
    Δεν θα πρέπει άλλωστε να ξεχνάμε ότι, σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (ΠΟΥ), μια εμμηνοπαυσιακή γυναίκα (με φυσιολογική πάντα γήρανση των ωοθηκών) μπορεί να προσβλέπει σε τουλάχιστον άλλα 30 χρόνια υγιούς και παραγωγικής ζωής, παρά την έλλειψη των οιστρογόνων της.

  • Γιατί δυσκολευόμαστε να συγκεντρωθούμε;

    Γιατί δυσκολευόμαστε να συγκεντρωθούμε;

    Η έλλειψη διαύγειας και η απώλεια της εγρήγορσης είναι παράπονα που ακούμε να διατυπώνουν, όλο και πιο συχνά, πολλές γυναίκες (αλλά και άνδρες). Τι είναι αυτό που έχει αλλάξει τα τελευταία χρόνια και επιδρά στη συγκέντρωσή μας;

    Το Ίντερνετ είναι ένας από τους κυριότερους παράγοντες που επιδρούν στη συγκέντρωσή μας, καθώς ένα κλικ του ποντικιού μπορεί να πάρει τον νου μας πολύ μακριά από αυτό που κάνουμε ή που πρέπει να κάνουμε. Το ίδιο συμβαίνει και με τα e-mail -όπως και με τα μηνύματα, τα τηλεφωνήματα στο κινητό και τα social media- καθώς, όσο τσεκάρουμε τα εισερχόμενα, πετάγεται ένα νέο μήνυμα που μας αποσπά την προσοχή. Είναι άλλωστε χαρακτηριστικό ότι την ευφορία που μπορεί να προκαλέσει η χρήση τους μπορεί να διαδεχθεί η σοβαρή κατάθλιψη.
    Άλλος παράγοντας είναι το multi-tasking, που αποτελεί χαρακτηριστικό κυρίως του γυναικείου φύλου, καθώς απορρέει από τις ευθύνες των πολλαπλών ρόλων που επιτελεί. Οι γυναίκες έχουν συχνά την τάση να πιστεύουν ότι μπορούν να κάνουν τα πάντα μονομιάς. Όμως, αυτό σημαίνει συνήθως διάσπαση και τελικά μικρή αποτελεσματικότητα στην εκτέλεση και την ολοκλήρωση των εργασιών τους. Πολλοί ψυχολόγοι αναφέρουν μάλιστα ότι το multi-tasking είναι ένας μύθος και πως το καλύτερο είναι να προσπαθούμε να συγκεντρώσουμε την προσοχή μας σε μια δραστηριότητα κάθε φορά.

    Η ανία είναι επίσης ένας παράγοντας που μπορεί να συμβάλει στην απώλεια της συγκέντρωσής μας. Όσο πιο πολύ βαριόμαστε, τόσο πιο εύκολα μπορεί να παρασυρθούμε από οποιοδήποτε ερέθισμα βρεθεί στον δρόμο μας.
    Επιπλέον, οι επίμονες σκέψεις και οι αρνητικές εμπειρίες που μπορεί να έχουμε μας αποσπούν από αυτά που πρέπει να κάνουμε. Αν καταγράψουμε τις σκέψεις μας σε ένα χαρτί ή σε ένα ημερολόγιο, θα μπορέσουμε να το βάλουμε για λίγο στην άκρη και να συγκεντρωθούμε ξανά σε αυτά που έχουμε να κάνουμε.
    Το στρες και η κατάθλιψη (η οποία είναι κατά κανόνα συχνότερη στις γυναίκες) βλάπτουν επίσης σοβαρά τη συγκέντρωσή μας.
    Τέλος, η έντονη και η χρόνια κόπωση, αλλά και το γεγονός ότι για πολλές ώρες αφήνουμε τον οργανισμό μας χωρίς τροφή, είναι καταστάσεις που μπορούν επίσης να προκαλέσουν απώλεια συγκέντρωσης.

    Ρόλο εξάλλου παίζουν ο κακός προγραμματισμός του ύπνου και το λεγόμενο “κοινωνικό jet lag”. Όσοι κουράζονται τις καθημερινές, συσσωρεύουν χρέος ύπνου, τον οποίο τα στοιχεία δείχνουν ότι συχνά προσπαθούν να αναπληρώσουν με το να κοιμούνται περισσότερο τις ημέρες που δεν δουλεύουν. Σύμφωνα με τους επιστήμονες όμως, ο παραπάνω ύπνος το σαββατοκύριακο μπορεί να μας …αποσυντονίσει, με αποτέλεσμα το ξεκίνημα της εβδομάδας να μας βρει πολύ πιο κουρασμένους από ό,τι ήμασταν την Παρασκευή, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τη δυνατότητα συγκέντρωσής μας.

    Η επίδραση της πανδημίας
    Ο Ορέστης Γιωτάκος, MD, MSc, PhD, επιστημονικός διευθυντής της ΑΜΚΕ Ομπρέλα- Νευροεπιστήμες & Ψυχική Υγεία (obrela.gr), αναλύει στο περιοδικό Women In Business την επίδραση της πανδημίας στην ψυχική σφαίρα και στη συγκέντρωσή μας: «Η πανδημία επέβαλε μια παρατεταμένη αναστολή των δραστηριοτήτων μας η οποία, μέσω της ματαίωσης, οδήγησε πολλούς από εμάς σε αδράνεια και ενδεχομένως σε ανάπτυξη ενός καταθλιπτικού ισοδύναμου. Δεύτερον, η πανδημία επέβαλε έναν συνεχή επανασχεδιασμό των δράσεων μας ο οποίος, μέσω της απαιτούμενης διέγερσης, οδηγούσε σε αυξημένη εγρήγορση και ενδεχομένως σε διαταραχή άγχους. Σε ψυχοφυσιολογικό επίπεδο, για την πρώτη περίπτωση απαιτήθηκε η υπερλειτουργία του παρασυμπαθητικού και για τη δεύτερη περίπτωση η υπερλειτουργία του συμπαθητικού συστήματος. Σε περιπτώσεις χρόνιας υπερλειτουργίας, ωστόσο, υπάρχει ο κίνδυνος κόπωσης ή κατάρρευσης των συστημάτων. Σε ορμονικό επίπεδο, συνέβη αύξηση των κατεχολαμινών και των γλυκοκορτικοειδών, καθώς και διαταραχή πολλών άλλων πεπτιδίων, όπως η βαζοπρεσσίνη, η προλακτίνη, οι γοναδοτροπίνες και η θυρεοειδική TSH. Σε ψυχοβιολογικό επίπεδο τέλος, η πανδημία οδήγησε πολλούς ανθρώπους σε κατάθλιψη, με μειωμένη νοραδρενεργική και σεροτονεργική νευροδιαβίβαση και αυξημένες τιμές κυτοκινών».

    Τέλος, δεν θα πρέπει να ξεχνάμε τις επιπτώσεις του Long COVID σε γνωστικό επίπεδο. Στο ήπιο COVΙD έχουν παρατηρηθεί γνωστικές εκπτώσεις που επιμένουν στον χρόνο και χαρακτηρίζονται από συμπτώματα, όπως προβλήματα στη μνήμη, θολούρα (brain fog) και έκπτωση της λειτουργικότητας. Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη, η εμφάνιση των συμπτωμάτων είναι πολύ πιο σοβαρή στις βαριές περιπτώσεις, με τα συμπτώματα να διαρκούν 3-6 μήνες μετά τη νοσηλεία.